Πάτρικ Λι Φέρμορ:«Πατρίδα είναι εκεί που έχει κανείς τα βιβλία του»

Paddy contemplating a fine read

It roughly translates as “Patrick Leigh Fermor – Homeland is where one’s books are” and it is about “Unknown details of life, action and work of British writer of travel literature, as recounted specific ‘Tribune’ reporter Joy Kiosse”. You can enjoy in the Greek or if appalling at it like me use Google Translate. It is quite a good article. I like the first paragraph ….

In mythology, heroes were not immortal, and some are in today’s life. The memory but Patrick Leigh Fermor, Paddy’s, like shouting his friends, the Sun-Michael for Mani and the Cretans, will remain immortal. Written with a broad humanitarian education, self-taught, untamed, hero, kind and generous friend peculiar humor, fearless and bold, persistent traveler with an insatiable thirst to discover the world, polyglot and general man with deep knowledge of the classics and history, the Fermor took all these elements to the end of his life.

by Joy Kiosse

First published in Tovima on 2 July 2011.

Από την Πέμπτη 16 Ιουνίου ο σερ Πάτρικ Λι Φέρμοραναπαύεται στο μικρό κοιμητήριο που βρίσκεται στον περίβολο του ναού του Αγίου Πέτρου στο Ντάμπλτον της Αγγλίας, δίπλα στο μνήμα της συζύγου του Τζόαν. Είναι μια ήσυχη πράσινη πλαγιά περιτριγυρισμένη από ψηλά δέντρα.

Στη μυθολογία οι ήρωες δεν ήταν αθάνατοι- και κάπως είναι και στη σημερινή ζωή. Η μνήμη όμως του Πάτρικ Λι Φέρμορ, του Πάντι, όπως τον φώναζαν οι φίλοι του, του κυρ-Μιχάλη για τους Μανιάτες και τους Κρητικούς, θα μείνει αθάνατη. Συγγραφέας με πλατιά ανθρωπιστική μόρφωση, αυτοδίδακτος, ατίθασος, ήρωας, καλός και γενναιόδωρος φίλος με ιδιότυπο χιούμορ, άφοβος και παράτολμος, επίμονος ταξιδιώτης με ακόρεστη δίψα για να γνωρίσει τον κόσμο, πολύγλωσσος και γενικότερα άνθρωπος με βαθιά γνώση των κλασικών και της Ιστορίας, ο Φέρμορ κράτησε όλα αυτά τα στοιχεία ως το τέλος της ζωής του.

Ακόμη, είχε το χάρισμα να σαγηνεύει τους συνομιλητές του και ήταν εξαιρετικά αγαπητός σε όλες τις παρέες. Την τελευταία ημέρα του στην Καρδαμύλη, το μεσημέρι στο τραπέζι απήγγειλε με τη βραχνή πια φωνή του ένα μεγάλο ποίημα του Γουίτιερ. Ναι, είχε μνήμη! Οχι όμως μηχανική. Ακούγοντάς τον να απαγγέλλει και ταυτόχρονα να υποδύεται τον ήρωα του ποιήματος είχες τη βεβαιότητα ότι γνώριζε σε βάθος το νόημα κάθε στίχου, κάθε φράσης, κάθε λέξης.

Στο νοσοκομείο της Αθήνας την πρώτη φορά βαφτιστήρια και φίλοι από την Κρήτη και τη Μάνη βρέθηκαν δίπλα του, λες και είχαν ειδοποιηθεί με σήματα μορς. Ανάμεσά τους υπήρχε μια αυθόρμητη σχέση αγάπης και σεβασμού- όπως και εκείνος αγάπησε και σεβάστηκε την Ελλάδα. Ναι, το σπάνιο στοιχείο αυτής της σχέσης του με την Ελλάδα ήταν ο σεβασμός που έδειξε στον τόπο.

Μετά την πρώτη επέμβαση επέστρεψε στην Καρδαμύλη, ελπίζοντας ότι είχε ξεπεράσει για κάμποσο καιρό το πρόβλημα της υγείας του και ότι θα πρόφταινε να τελειώσει το βιβλίο του. Τρεις εβδομάδες αργότερα, την ημέρα που ο δήμαρχος της Καρδαμύλης θα του έδινε το χρυσό κλειδί της πόλης, χρειάστηκε να επιστρέψει εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Και ύστερα από μια δεύτερη επέμβαση πήρε την απόφαση να γυρίσει στην Αγγλία, γνωρίζοντας πως δεν θα επέστρεφε ποτέ πια. Το ταξίδι είχε τελειώσει.

Ο Πάντι τιμήθηκε στη ζωή του όσο λίγοι συγγραφείς ή ακόμη και ήρωες. Την πρώτη φορά που θέλησαν να του απονείμουν τον τίτλο του ιππότη (ΟΒΕ), αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν τον άξιζε. Τελικά έγινε σερ το 2004, «κα θώς δεν θα ήταν… ευγενικό να αρνηθεί δεύτερη φορά». Πάντως ποτέ δεν ακούστηκε κάποιος να τον αποκαλεί «σερ». Ολοι τον φώναζαν Πάντι και στην Καρδαμύλη και στην Κρήτη «κυρ Μιχάλη»- ήταν το ψευδώνυμό του στα βουνά της Κρήτης και το δεύτερο χριστιανικό του όνομα, που κανείς δεν το ήξερε, παρ΄ όλα αυτά όμως οι Ελληνες το γιόρταζαν.

Διακρίσεις, διπλώματα- όσα δεν πήρε στα μαθητικά του χρόνια-, ασημένιες πλακέτες και πάλι διακρίσεις υπάρχουν στη Μάνη, περισσότερο ως έργα τέχνης, καδράκια σπαρμένα στα διάφορα δωμάτια. «Κυρ Μιχάλη, πρέπει να πιείτε αυτό το φάρμακο», «Κυρ Μιχάλη,έξω περιμένει ο τάδε, να έρθει;», «Κυρ Μιχάλη,ήρθε η βαφτιστικιά σου η Αγγλία»… Και ο κυρ Μιχάλης έγνεφε καταφατικά.

Του άρεσε να έχει κόσμο όταν δεν ήταν σκυμμένος στα χαρτιά του. Κατά βάθος του άρεσε και το «κυρ-Μιχάλης», καθώς στο πίσω μέρος του μυαλού του υπήρχαν πάντα η Κρήτη και οι συναγωνιστές του. Βαριά άρρωστος στο νοσοκομείο, τις νύχτες έβλεπε πως ήταν στη σπηλιά στα Ανώγεια και έτρεχε στο μπαλκόνι να το σκάσει, και άλλοτε πως τον κυνηγούσαν και έτρεχε για να μην τον πιάσουν.

Υπό τους ήχους μιας γκάιντας

Εκείνη την Πέμπτη ο καιρός ήταν χαρούμενος στη μικρή πολίχνη του Ντάμπλτον. Ο ήλιος μπαινόβγαινε στα σύννεφα πάνω από την εκκλησία όπου συγκεντρώθηκαν φίλοι και συγγενείς και παλιοί συμπολεμιστές του. Οταν έφθασε η σορός σκεπασμένη με τη βρετανική σημαία, ο ιερέας βρισκόταν στην άκρη του φράχτη περιμένοντας να δώσει την τελευταία ευχή. Μετά προχώρησαν μαζί στην εκκλησία, όπου στην πόρτα περίμεναν να αποδώσουν τιμές βετεράνοι της Ιρλανδικής Φρουράς. Μέσα στον ναό η τελετή ήταν σύντομη, χωρίς λόγους.

Η σοπράνο Σάρα Γκάμπριελ τραγούδησε ασυνόδευτη ένα απόσπασμα από τον «Ντον Τζιοβάνι» του Μότσαρτ, το εκκλησίασμα έψαλε δύο ύμνους, διαβάστηκαν δύο σύντομα αποσπάσματα από την «Κήπο του Κύρου» του σερ Τόμας Μπράουν και από το «Απόκρυφο Βιβλίο» του Πρωτευαγγελιστή, και το εκκλησίασμα ακολούθησε τη σορό στον περίβολο της εκκλησίας υπό τους ήχους μιας γκάιντας. Κοντά στο μνήμα ένας μουσικός της Ιρλανδικής Φρουράς σάλπισε το σιωπητήριο. Αυτό ήταν. Η σημαία διπλώθηκε, η σορός κατέβηκε, ενώ την έραιναν ροδοπέταλα και μια χούφτα χώμα που ήρθε από την Ελλάδα. Μετά σιωπή.

Δίπλα στο μαξιλαράκι με τα παράσημα- ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο ελληνικός Φοίνικας- βρίσκονταν τα στεφάνια. Εκείνο από την Ελληνική Πρεσβεία στο Λονδίνο (άλλωστε ο πρέσβης κ. Α. Σάντης παρέστη στην κηδεία), ένα δάφνινο από το Μουσείο Μπενάκη με την ευχή «στο καλό Πάντι», ένα από τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Ελλάδος, ένα από τους Βυρωνιστές, άλλα από την οικογένεια του συναγωνιστή και φίλου του λόρδου Τζέλικο, από την Αδελφότητα των Ελλήνων Βετεράνων, από το Βritish Council της Αθήνας, από βαφτισιμιές… και πολλά μικρά μπουκέτα αγριολούλουδα από φίλους.

Καρδαμύλη, «το σπίτι του»

Τους τελευταίους μήνες της ζωής του ο Πάτρικ Λι Φέρμορ τούς πέρασε στην Καρδαμύλη της Μάνης. Εκεί ήταν «το σπίτι του». Οταν τον ρωτούσαν οι δημοσιογράφοι ποια από τις δύο χώρες θεωρούσε πατρίδα του, ποιο από τα δύο σπίτια ένιωθε περισσότερο δικό του, εκείνο της Αγγλίας με τον παλιό μύλο, το ρυάκι και τα πανύψηλα δένδρα ή το άλλο, της Μάνης, «Πατρίδα είναι εκεί που έχει κανείς τα βιβλία του» απαντούσε. Και η αλήθεια είναι ότι τα βιβλία του Ντάμπλτον δεν μπορούν να συγκριθούν με τις βιβλιοθήκες της Καρδαμύλης. Εφέτος, στις αρχές του χρόνου, ο Πάτρικ Λι Φέρμορ επέστρεψε στην Καρδαμύλη, όπου προσπάθησε απελπισμένα να τελειώσει τον τρίτο τόμο της τριλογίας του. Πρόκειται για το τελευταίο μέρος του οδοιπορικού ενός 18άρη που ξεκίνησε από την Ολλανδία για να διασχίσει με τα πόδια όλη την Ευρώπη, ως την Κωνσταντινούπολη. Οι πρώτοι δύο τόμοι που εκδόθηκαν με τις αναμνήσεις αυτής της περιπέτειας, «Α time of Gifts» (1977) και «From the Woods to the Water» (1986) – έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά-, γνώρισαν μεγάλη επιτυχία.

Σε αυτό το ταξίδι ο Φέρμορ μόλις που πρόλαβε να γνωρίσει έναν κόσμο ο οποίος, με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα χανόταν για πάντα. Ενα συστατικό γράμμα σε κάποιον ευγενή στη Γερμανία άνοιξε τη μία μετά την άλλη τις πόρτες των αρχοντικών και των κάστρων της Μεσευρώπης με τις πολύτιμες συλλογές έργων τέχνης και τις παλιές βιβλιοθήκες. Λίγα χρόνια αργότερα, μετά τον Πόλεμο, τίποτε από αυτά δεν υπήρχε. Ολα είχαν χαθεί, μαζί και ο τρόπος ζωής των φεουδαρχών αρχόντων και του αγροτικού πληθυσμού. Οι βομβαρδισμοί και το σοβιετικό καθεστώς έσβησαν έναν ολόκληρο κόσμο από τον χάρτη της Οικουμένης.

Οι Βρετανοί είχαν από καιρό ανακηρύξει τον Πάτρικ Λι Φέρμορ τον μεγαλύτερο ταξιδιωτικό συγγραφέα τους- ίσως τον κορυφαίο σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Φέρμορ δεν ήταν όμως μόνο ένας εξαιρετικός ταξιδιωτικός συγγραφέας. Οι περιγραφές του δεν περιορίζονταν στη διαδρομή. Τον ενδιέφερε η φύση, αλλά και ο άνθρωπος, οι ιστορίες που έλεγαν οι πέτρες και τα κτίσματα. Τον σαγήνευαν οι μικρές αφηγήσεις που άκουγε στα καφενεία. Τον βοηθούσαν να καταλάβει τους ανθρώπους και να κατανοήσει ό,τι κράτησαν από τον πολιτισμό τους. Σε αυτό τον βοήθησε πολύ και η ευκολία του στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Ακόμη και πρόσφατα διόρθωνε εκφράσεις και λέξεις συνομιλητών του στα ρουμανικά. Και εκείνοι δεν πίστευαν στα αφτιά τους…

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ – Η ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ καταγόταν από προνομιούχο οικογένεια.Ο πατέρας του,ο σερ Λούις,ήταν διευθυντής του Γεωλογικού Ινστιτούτου στην Ινδία,με αποτέλεσμα αυτός και η γυναίκα του να κρατηθούν για ένα πολύ μεγάλο διάστημα μακριά από τον γιο τους.Παιδάκι τον εμπιστεύθηκαν σε μια αγροτική οικογένεια και μεγάλωσε ελεύθερος στη φύση.Σε αυτή την ελευθερία οφείλεται ίσως ο ατίθασος χαρακτήρας του,αλλά και μια περίεργη,αυστηρή πειθαρχία,προσαρμοσμένη όμως στους δικούς του όρους.

Οταν,μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μαζεύτηκε η οικογένεια,στο σπίτι γινόταν πολλή κουβέντα για πουλιά,για λουλούδια και για τόπους μακρινούς.Η μητέρα του,θέλοντας να του ανοίξει τους ορίζοντες- αφού το ένα μετά το άλλο τα σχολεία τον έδιωχναν-,του διάβαζε ποίηση και κλασικούς.Η οικογένεια τον προόριζε για στρατιωτικό.Γι΄ αυτό και εκείνος αποφάσισε να φύγει για την Ευρώπη.Χωρίς χρήματα,χωρίς χρονικούς περιορισμούς,σχεδόν χωρίς πρόγραμμα.Στο σακίδιό του είχε την κλασική ανθολογία ποίησης των εκδόσεων Οξφόρδης,τις Ωδές του Οράτιου,ίσως και κάποιο έργο του Σαίξπηρ.

Για να κρατά συντροφιά στον εαυτό του, όσο περπατούσε απήγγελε ποίηση,με αποτέλεσμα να τη μάθει απέξω,ενώ επαναλάμβανε όσα πρόφταινε να αρπάξει από τη γλώσσα κάθε τόπου από τον οποίο περνούσε.Κοιμόταν σε καπηλειά και αχυρώνες με την ίδια άνεση που έμενε σε πύργους και άκουγε τις ιστορίες των ανθρώπων που συναντούσε αναζητώντας τις ρίζες και τους μύθους των τόπων τους.Για να κερδίζει κάποια χρήματα έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε- ενώ σχεδίαζε και προσωπογραφίες.Κάποια στιγμή έφθασε στον προορισμό: την Πρωτοχρονιά του 1935 τη γιόρτασε στην Κωνσταντινούπολη.Αλλά κάπου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι σημειώσεις είχαν χαθεί.

Εφυγε από την Κωνσταντινούπολη με ένα ακόμη συστατικό γράμμα στην τσέπη.Αυτή τη φορά ήταν από τον έλληνα πρόξενο προς τον Πέτρο Σταθάτο στο Μόδι της Μακεδονίας.Υστερα από έναν σταθμό στο Αγιον Ορος,προχώρησε στο Μόδι.Η ατμόσφαιρα ενός ελληνικού σπιτιού και η αρχοντιά του οικοδεσπότη τού άνοιξαν τις πόρτες της Ελλάδας.Με ένα άλογο τριγύρισε στη Μακεδονία.Πλησίασε τους Σαρακατσάνους- για τους οποίους και έγραψε-,ώσπου κατέληξε στη Θεσσαλονίκη,όπου βρέθηκε στη μέση μιας σύρραξης ανάμεσα σε βασιλικούς και βενιζελικούς.Καθώς οι Σταθάτοι ήταν βασιλικοί και το άλογο ήταν δικό τους,προσχώρησε- πού αλλού;- στο στρατόπεδο των βασιλικών.Πάντως ο Φέρμορ δεν ήταν πολιτικοποιημένος.Αλλά ακόμη και αν ήταν,το έκρυβε τόσο καλά,ώστε κανείς δεν μπορούσε να τον τοποθετήσει σε «στρατόπεδο».

Το περιστατικό που τον σημάδεψε

Για τη ζωή και τις περιπέτειές του έχουν γραφτεί πολλά και έχουν ειπωθεί περισσότερα.Για την ιστορία της Κρήτης ο ίδιος έχει μιλήσει πολύ λίγο,ενώ δεν έχει γράψει τίποτε.Επρεπε να βρίσκεται παρέα με πάρα πολύ στενούς φίλους και να έχουν πιει πολύ κρασί για να πιάσει τη διήγηση.Και πάλι όμως,έκανε την ιστορία του ελαφριά,σχεδόν διασκεδαστική και εξωπραγματική.

Υπάρχει ένα τραγικό περιστατικό σε αυτή την ιστορία,που χάραξε τη ζωή του Φέρμορ και για το οποίο ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ,ενώ ούτε ο υπαρχηγός του,στρατηγός Στάνλεϊ Μός,το αναφέρει στο βιβλίο του «Ιll met by moonlight» («Κακό συναπάντημα στο φεγγρόφωτο»),που είναι αφιερωμένο στην απαγωγή του στρατηγού Κράιπε.Το έψαξε η βιογράφος του Αρτεμις Κούπερ στα αρχεία του υπουργείου Πολέμου.

Στη Μάνη ο Φέρμορ διάβαζε και ξαναδιάβαζε το χοντρό ντοσιέ με τα χειρόγραφα και τις δακτυλογραφημένες σελίδες που ήταν γεμάτα διορθώσεις με τα τρεμουλιαστά και όπως πάντα δυσανάγνωστα γράμματά του.Ο τόμος είχε σχεδόν τελειώσει.Ηθελε ίσως κάποιο «χτένισμα» και υπολογιζόταν να κυκλοφορήσει πριν από τα Χριστούγεννα του 2011. Την επιμέλεια είχε η Αρτεμις Κούπερ,η οποία είχε επιμεληθεί και την έκδοση του «Words of mercury» το 2003.

Οι Βρετανοί έχουν από καιρό ανακηρύξει τον Πάτρικ Λι Φέρμορ τον μεγαλύτερο ταξιδιωτικό συγγραφέα τους- ίσως τον κορυφαίο στον κόσμο.Ο Φέρμορ δεν ήταν όμως μόνο ένας εξαιρετικός ταξιδιωτικός συγγραφέας.Οι περιγραφές του δεν περιορίζονταν στη διαδρομή.Τον ενδιέφερε η φύση,αλλά και ο άνθρωπος,οι ιστορίες που έλεγαν οι πέτρες και τα κτίσματα.Τον σαγήνευαν οι μικρές αφηγήσεις που άκουγε στα καφενεία.Τον βοηθούσαν να καταλάβει τους ανθρώπους και να κατανοήσει ό,τι κράτησαν από τον πολιτισμό τους.Σε αυτό τον βοήθησε πολύ και η ευκολία του στην εκμάθηση ξένων γλωσσών.Ακόμη και πρόσφατα διόρθωνε εκφράσεις και λέξεις συνομιλητών του στα ρουμανικά.Και εκείνοι δεν πίστευαν στα αφτιά τους…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s